Απο το περιοδικό / From > THE NEW YORKER


Γράμμα απο την Ιταλία

Ολισθηρή Επιχείρηση

Το εμπόριο νοθευμένου ελαιόλαδου.

Αρθρο: Tom Mueller, 13 Αυγούστου, 2007

Letter from Italy

Slippery Business
The trade in adulterated olive oil.

 by Tom Mueller August 13, 2007


Στις 10 Αυγούστου 1991, ένα σκουριασμένο δεξαμενόπλοιο το Mazal ΙΙ άραξε στο βιομηχανικό λιμάνι Ordu , στην Τουρκία, και άντλησε είκοσι δύο χιλιάδες τόνους φουντουκέλαιου. Το σκάφος άρχισε έπειτα ένα ταξίδι ελιγμών στη Μεσόγειο και την Βόρεια Θάλασσα. Την 21η Σεπτεμβρίου, όταν το Mazal ΙΙ έφθασε στην Barletta , ένα λιμάνι στην Πουγλια της νότιας Ιταλίας, το φορτίο του είχε μετονομαστεί, στα επίσημα έγγραφα του σκάφους σε... Ελληνικό ελαιόλαδο. Γλίστρησε μέσω του τελωνείου, ενδεχομένως με τη συνενοχή ενός ανώτερου υπαλλήλου, διοχετεύθηκε με αγωγούς σε βυτιοφόρα φορτηγά , και παραδόθηκε στις εγκαταστάσεις καθαρισμού της Riolio - μιά Ιταλική εταιρία παραγωγής ελαιόλαδου - που έχει βάση την Barletta . Απ' εκεί , αφού μερικές φορές ανακατώθηκε και με πραγματικό ελαιόλαδο, πουλήθηκε στους πελάτες της εταιρίας.

Από τον Αυγούστου έως το Νοέμβριο του 1991, το Mazal ΙΙ και ένα άλλο δεξαμενόπλοιο το Κατερίνα T ., παρέδωσαν στη Riolio , ως Ελληνικό ελαιόλαδο, σχεδόν δέκα χιλιάδες τόνους Τουρκικού φουντουκέλαιου και Αργεντινού ηλιέλαιου. Ο ιδιοκτήτης της Riolio , Domenico Ribatti , έγινε πλούσιος από το ψεύτικο λάδι. Έκανε μια τεράστια περιουσία ακινήτων, συμπεριλαμβανομένου ενός προηγουμένως υπέρ-καταστήματος στο Μπάρι. Δωροδόκησε δύο ανώτερους υπαλλήλους, τον ένα με μετρητά, τον άλλο με κιβώτια ελαιολάδου. Ταξίδεψε στη Ρώμη, όπου έμεινε στο υπερπολυτελές ξενοδοχείο Grand Hotel και συναντήθηκε με άλλους αδίστακτους παραγωγούς ελαιόλαδου από την Ιταλία και το εξωτερικό. Σαν μία από τις μεγαλύτερες εισαγωγικές εταιρίες ελαιολάδου της Ιταλίας η εταιρία του Ribatti ήταν μέλος της ASSITOL , της ποιό ισχυρής εμπορικής οργάνωσης παράγωγων ελαιόλαδου της χώρας. Ο Ribatti είχε τόση δύναμη στη Ρώμη ώστε να μπορεί ακόμη να ρωτά για την εύνοια ενός υψηλόβαθμου ανώτερου υπαλλήλου στο Υπουργείο οικονομικών, για την προνομιακή μεταχείριση του ανιψιού ενός συνεταίρου του ο οποίος επιδίωκε την είσοδο του ανηψιού του σε μία ανωτέρα στρατιωτική σχολή.

Εντούτοις, από τις αρχές του 1992 ο Ribatti και οι συνεταίροι του τελούσαν υπό ανάκριση από την Αστυνομία Οικονομικού Εγκλήματος ( Guardia Di Finanza ). Ένας ανώτερος υπάλληλος, φορώντας μια μικροσκοπική τηλεοπτική φωτογραφική μηχανή στην γραβάτα του, προσποιήθηκε το σερβιτόρο σε ένα μεσημεριανό γεύμα που παρέθετε ο Ribatti στο ξενοδοχείο Grand Hotel . Άλλοι υπάλληλοι κρυφακούγανε τα τηλεφωνήματα μεταξύ των ανώτερων υπαλλήλων της Riolio και μπορούσαν ακόμη να ακούσουν και το θόρυβο που έκανε το μέτρημα ( rustle ) χρημάτων δωροδοκίας. Κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο χρόνων, η ομάδα της Αστυνομίας Οικονομικού Εγκλήματος , που συνεργαζόταν στενά με τους πράκτορες του γραφείου κατά της εγκληματικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συγκέντρωσε όλες τις λεπτομέρειες του εγκλήματος του Ribatti, προσδιορίζοντας τους ελβετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς του και τις εικονικές επιχειρήσεις στην καραϊβική που είχαν χρησιμοποιηθεί για να αγορά του ψεύτικου ελαιόλαδου. Οι ανακριτές ανακάλυψαν ότι το φουντουκέλαιο είχε φθάσει στις εγκαταστάσεις καθαρισμού της Riolio με διάφορους τρόπους όπως με βυτιοφόρα φορτηγά, με τρένο, και με πλοία, καθώς επίσης βρήκαν και αποθηκευμένο φουντουκέλαιο στο Ρότερνταμ που περίμενε την παράδοση του στη Riolio και σε άλλες εταιρίες ελαιόλαδου.

Οι ανακριτές εντόπισαν επίσης ότι το νοθευμένο λάδι της εταιρίας του Ribatti είχε πάει σε μερικές από τις μεγαλύτερες εταιρίες παράγωγης Ιταλικού ελαιολάδου, μεταξύ των οποίων η Nestle , Unilever , Bertolli , και η Oleifici Fasanesi , οι οποίες το πώλησαν στους καταναλωτές ως αγνό ελαιόλαδο. Επιπλέον εισέπραξαν και δώδεκα περίπου εκατομμύρια δολάρια επιχορηγήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση, χρήματα προορισμένα για την υποστήριξη της βιομηχανίας ελαιόλαδου. ( Οι εταιρίες υποστήριξαν ότι είχαν ξεγελαστεί από τον Ribatti , και οι ανακριτές δεν μπόρεσαν να αποδείξουν καμία συνενοχή τους.)

Το 1997 και το 1998, το ελαιόλαδο ήταν το πιο νοθευμένο γεωργικό προϊόν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προτρέποντας έτσι το γραφείο κατά της εγκληματικότητας της ΕΕ να καταρτίσει μια ειδική ομάδα εργασίας για την διακίνηση ελαιόλαδου. Ένας ανακριτής μου είπε ότι τα κέρδη μπορούσαν να συγκριθούν με αυτά από την παράνομη διακίνηση κοκαΐνης και με χωρίς κανέναν απολύτως κίνδυνο. Η ΕΕ, σε μια προσπάθεια να μειωθεί το έγκλημα άρχισε να καταργεί τις επιχορηγήσεις για τους παραγωγούς και τους συσκευαστές ελαιόλαδου, μετά δε από μερικά χρόνια απέλυσε και την ειδική ομάδα εργασίας. Ακόμα όμως η απάτη γενικά παραμένει ένα μεγάλο διεθνές πρόβλημα. Το ελαιόλαδο είναι πολυτιμότερο από τα περισσότερα άλλα φυτικά έλαια, αλλά η παραγωγή του είναι δαπανηρή και χρονοβόρα και επιπλέον μπορεί και να αναμιχθεί πολύ εύκολα. Η νόθευση είναι ιδιαίτερα συνηθισμένη στην Ιταλία, την παγκοσμίου κύρους χώρα εισαγωγής κατανάλωσης και εξαγωγής ελαιολάδου. Τα τελευταία δέκα χρόνια η Ισπανία έχει παραγάγει περισσότερο ελαιόλαδο από την Ιταλία αλλά ένα μεγάλο μέρος αυτού του λαδιού στέλνεται στην Ιταλία για συσκευασία όπου και πωλείται νόμιμα ως Ιταλικό ελαιόλαδο. "Οι περισσότερες απάτες που αποκαλύπτονται στον τομέα τρόφιμων και ποτών γίνετε στο ελαιόλαδο ," μου είπε ο συνταγματάρχης Leopoldo Maria De Filippi , διοικητής N . A . S . Carabinieri , ενός σώματος αντί-νόθευσης του βόρειου τμήματος της Ιταλίας , που λειτουργεί υπό την αιγίδα του Υπουργείου Υγείας.

Στην Πούγλια, η οποία παράγει περίπου το 40% των ελαιών της Ιταλίας, οι καλλιεργητές βρίσκονται για περισσότερο από δέκα χρόνια σε μια μόνιμη κατάσταση κρίσης. "Χιλιάδες παραγωγοί ελαιόλαδου είναι θύματα αυτού του παράνομου εμπορίου, παράλληλου αυτού των ναρκωτικών, μου είπε ο Antonio Barile πρόεδρος του σωματείου αγροτών της Πούγλιας αναφερόμενος στις παράνομες εισαγωγές σπορέλαιων και φτηνού ελαιολάδου από έκτός ΕΕ οι οποίες υποσκάπτουν τους ντόπιους αγρότες. Αντί της υποστήριξης των μικρό- καλλιεργητών που παράγουν υψηλής ποιότητας ελαιόλαδο, η Ιταλική κυβέρνηση ενθαρρύνει συνεχώς την ποσότητα αντί για την ποιότητα, προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων που πωλούν το ελαιόλαδο χονδρικά. Δεν έχει εφαρμόσει ένα εθνικό σχέδιο για την παραγωγή ελαιολάδου, χρησιμοποιεί ένα Βυζαντινό σύστημα για τις γεωργικές επιχορηγήσεις, και έχει αποτύχει συχνά να επιβάλει τους ιταλικούς νόμους και τους κανονισμούς της ΕΕ που εκδόθηκαν για την αποτροπή της απάτης. Η κυβέρνηση είναι τόσο αδιάφορη στην καταδίωξη του εγκλήματος νοθείας του ελαιολάδου σε σημείο που την κάνει να φαίνεται και συνένοχος. Το 2000 το Ευρωπαϊκό σώμα ελέγχου ανέφερε ότι η Ιταλία ήταν υπαίτια για 87% των κακώς/παρανόμως παραχορηθέντων επιχορηγήσεων της ΕΕ τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, και ότι η κυβέρνηση της Ιταλίας είχε καταφέρει να πάρει πίσω μόνο ένα πάρα πολύ μικρό μέρος των κλεμμένων χρημάτων.

Ο Paolo De Castro , που διορίστηκε υπουργός Γεωργίας της Ιταλίας το 2006, μου είπε ότι η απάτη στο ελαιόλαδο υπήρξε ένα πρόβλημα από παλιά και ότι έχει πάρει μέτρα να το καταπολεμήσει. "Τελευταία, μου είπε, έχουμε σφίξει τα πράγματα πολύ, με ποιοτικούς ελέγχους και μέσω του σώματος carabinieri (σώμα αντί-νόθευσης )". Το πρόβλημα είναι ότι οι ανώτεροι Ιταλοί παράγοντες που είναι υπεύθυνοι για την ανίχνευση του νοθευμένου ελαιολάδου, κρατούνται -θεωρητικά τουλάχιστον- και υπεύθυνοι για τις αποφάσεις τους.
Ποιος θα ήθελε να πάρει μια τέτοια ευθύνη, αναρωτήθηκε ο Lanfranco Conte καθηγητής χημείας τροφίμων στο πανεπιστήμιο Udine , το οποίο στις αρχές της δεκαετίας του '90 διηύθυνε ένα εργαστήριο που ανήκει στην μονάδα κατά της εγκληματικότητας του Υπουργείου γεωργίας. "Εάν λοιπόν λανθασμένα αποφάσιζες να εμποδίσεις την είσοδο τριών χιλιάδων τόνων λαδιού, θα πρέπει να πληρώσεις τη ζημιά από την τσέπη σου." Ο συνταγματάρχης De Filippi αναγνώρισε ότι μερικές εταιρίες έχουν ουσιαστικά άσυλο και δεν ελέγχονται από κανένα. "Δυστυχώς, είπε, υπάρχουν μεγάλοι παραγωγοί που έχουν ισχυρούς πολιτικούς δεσμούς,".

Η ελιά είναι ένας καρπός με κουκούδι, όπως ένα δαμάσκηνο ή ένα κεράσι. Τα περισσότερα φυτικά έλαια εξάγονται από σπόρους ή καρύδια. Τα εργοστάσια επεξεργασίας ελαιών χρησιμοποιούν διαλύτες, θερμότητα, και έντονη πίεση. Τα καλύτερα ελαιόλαδα γίνονται με ένα απλό υδραυλικό πιεστήριο ή φυγοκέντρωση -- το λάδι είναι περισσότερο όπως ένας φρέσκος χυμός φρούτου σε αντίθεση με τα βιομηχανικά λίπη. Οι ελιές μαζεύονται όταν αρχίζουν να γυρίζουν από πράσινο στο μαύρο. Ιδανικά μαζεύονται με το χέρι και αλέθονται εντός ωρών, για να ελαχιστοποιήσουν την οξείδωση και τις ενζυματικές αντιδράσεις, οι οποίες αφήνουν τις δυσάρεστες γεύσεις και τις μυρωδιές στο ελαιόλαδο. Υπάρχουν περίπου επτακόσιες ποικιλίες ελαιών, η διακριτική γεύση και άρωμα της κάθε μιας φαίνεται στο λάδι , όπως ακριβώς οι διάφορες ποικιλίες σταφυλιών φαίνονται στα καλά κρασιά.

Στην τελευταία δεκαετία, η κατανάλωση ελαιόλαδου στη νότια Ευρώπη, την παραδοσιακή αγορά του, έχει αυξηθεί κατά 35%, ενώ στη Βόρεια Αμερική αυξήθηκε περισσότερο από 100% . Ένα μεγάλο μέρος της αύξησης οφείλεται στην αυξανόμενη ζήτηση του ανωτάτης ποιότητας εξαιρετικά -παρθένου ( Extra Virgin / έξτρα -παρθένο ) ελαιολάδου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει επίσης και μερικούς άλλους κατώτερους τύπους, όπως το Παρθένο και το lampante ,( lampante = Λάδι για λάμπες, για λυχνάρια ) το οποίο παράγετε από χαλασμένες ελιές η από χαμολόγια, που δεν μπορούν νόμιμα να πωληθούν ως φαγώσιμες. Στην Ιταλία, όπου το περισσότερο ελαιόλαδο φέρει την ετικέτα "εξαιρετικά-παρθένο " οι ανταγωνισμοί και οι δημόσιες δοκιμές γεύσης σε καφενεία έχουν πολλαπλασιαστεί κατά πολύ.

Σύμφωνα με το νόμο της ΕΕ, η παραγωγή του εξαιρετικά -παρθένου ελαιόλαδου πρέπει να γίνει αποκλειστικά με φυσικά μέσα (Πιεστήριο ή φυγοκέντρωση) , να περιλαμβάνει τριάντα δύο χημικές ουσίες, και να έχει οξύτητα λιγότερη από 0,8 %. ( Στο ελαιόλαδο, η οξύτητα είναι δείκτης αποσύνθεσης.) Το παρθένο ελαιόλαδο, ο επόμενος χαμηλότερος βαθμός , πρέπει να έχει οξύτητα λιγότερη από 2%. Ελαιόλαδο με ποσοστό οξύτητας μεγαλύτερο από 2% ταξινομείται ως lampante (=για λυχνάρια).

Οι περισσότερες νοθείες στο ελαιόλαδο είναι εύκολο να εντοπιστούν με χημική ανάλυση (τεστ). Τον Φεβρουάριο, του 2005, το N . A . S . Carabinieri (=σώμα αντί-νόθευσης ) διέσπασε μια εγκληματική σπείρα λαθρεμπορίου που λειτουργούσε σε διάφορες περιοχές της Ιταλίας. Ταυτόχρονα κατάσχεσε και εκατό χιλιάδες λίτρα ψεύτικου ελαιολάδου με αξία αγοράς έξι εκατομμύριων ευρώ (περίπου οκτώ εκατομμύρια δολάρια). Η σπείρα αυτή, που πώλησε- σύμφωνα με την κατηγορία- τα προϊόντα της στη βόρεια Ιταλία και στη Γερμανία, κατηγορείται για χρωματισμό με βιομηχανική χλωροφύλλη ενός χαμηλής ποιότητας σπορέλαιου σόγιας καθώς και canola . Προσθέτοντας επι πλέον και την αρωματική ουσία βήτα-καροτίνη η σπείρα αυτή το συσκεύαζε σε τενεκέδες και μπουκάλια - με εικόνες του Βεζούβιου, Ιταλικές σημαίες, ονόματα ανύπαρκτων παράγωγων, αγροτικά σπίτια και αρχαίες μυλόπετρες - ως εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο.

Τα περιπλοκότερα σκάνδαλα νοθείας, όπως αυτό του Domenico Ribatti , γίνονται στις εγκαταστάσεις καθαρισμού υψηλής τεχνολογίας, όπου το ελαιόλαδο αναμιγνύεται με ουσίες όπως φουντουκέλαιο και ραφιναρισμένο lampante , οι οποίες είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανιχνευθούν με χημική ανάλυση. Το 1991, η ΕΕ, αναγνωρίζοντας ότι οι εργαστηριακοί έλεγχοι αποτυγχάνουν να εκθέσουν πολλές από τις νοθείες, καθιέρωσε ακριβή σταθμά γεύσης και αρώματος για κάθε τύπο ελαιολάδου . Σύστησε επίσης και επιτροπές που θα επιβάλουν τον έλεγχο και οι οποίες θα πιστοποιούνται από το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου, ενός οργανισμού που δημιουργήθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη. Σύμφωνα με τους κανονισμούς της ΕΕ, το εξαιρετικά παρθένο λάδι πρέπει να έχει γεύση φρούτου. Να είναι καφτερό και πικρό, και να μην έχει κανένα από τα 16 επισήμως αναγνωρισμένα σφάλματα γεύσης όπως: μούχλιασμα, αγγουρίλα, βρομύλα κ.α.. Εάν έχει έστω και μια ατέλεια, τότε δεν είναι εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο - basta -τελεία και παύλα, μου είπε ο Φλάβιο Ζαραμέλλα, πρόεδρος του Corporazione Mastri Oleari , μια από τις πιο σεβαστές ιδιωτικές ενώσεις παραγωγών ελαιόλαδου, στο Μιλάνο.

  1

Ο Ζαραμελλα, ένας φλύαρος 66 χρονος, πρώην επιχειρηματίας, παράγει ελαιόλαδο από το 1985 από ελιές που καλλιεργεί στο μικρό αγρόκτημά του στην Ουμβρία . Άρχισε να μελετά το ελαιόλαδο συστηματικά όταν διαπίστωσε ότι ακόμη και ο τοπικός αγρότης/ καλλιεργητής νοθεύει το ελαιόλαδο του με ηλιέλαιο. "Η απάτη είναι τόσο διαδεδομένη - μου είπε - που λίγοι καλλιεργητές μπορούν να βγάλουν τίμια το ψωμί τους," . Ο Ζαραμελλα έχει πρόσφατα κάνει τέσσερις εγχειρήσεις κοιλιακού καρκίνου οι οποίες τον έχουν αφήσει πολύ αδύναμο. Τα χέρια του όμως είναι ακόμα παχουλά και ευκίνητα, και έχει με μιά ώριμη ,γλυκιά και βαρύτονη φωνή. Σε έναν τοίχο στο γραφείο του είναι ένας χάρτης της Σομαλίας, όπου το 1987 ως επικεφαλής ενός ανθρωπιστικού ενισχυτικού προγράμματος επόπτευσε την κατασκευή ενός νοσοκομείου υψηλής τεχνολογίας στην πόλη Baraawe , στον Ινδικό Ωκεανό. Τους κατάφερα όλους να δουλέψουν μαζί, είπε: Κουμουνιστές. Καθολικούς παπάδες, Μουσουλμάνους, καθηγητές, αγράμματους... οποιονδήποτε είχε την θέληση να κάνει κάτι . Δύο μήνες μετά την ολοκλήρωση του το νοσοκομείου καταστράφηκε από τον εμφύλιο πόλεμο. Η γενναιοδωρία είπε, είναι η καθαρότερη μορφή εγωισμού.

Το 2000 ο Ζαραμελλα έγινε πρόεδρος του Mastri Oleari ( ένωση ελαιοπαραγωγών), και αφιερώνει τα υπόλοιπα χρόνια του στην προστασία-διάσωση του εξαιρετικά παρθένου ελαιόλαδου από την απάτη. "Ευθύνη Πολίτου" αποκαλεί τον αγώνα υπεράσπισης της ποιότητας του ελαιολάδου και για τους καταναλωτές και για τους μικρό-παραγωγούς που αγωνίζονται να βγάλουν το προς ζείν σε μια αγορά πλημμυρισμένη από φτηνό, ψευτο- ελαιόλαδο.

Ένα πρωί τον περασμένο Οκτώβριο, η επιτροπή ελέγχου ελαιόλαδου του Mastri Oleari -- έξι άνδρες και τρεις γυναίκες -- έκανε ένα έλεγχο σε πέντε υψηλής ποιότητας λάδια. Όλα αναγνωρισμένα ως εξαιρετικά παρθένα. Ο έλεγχος (δοκιμή) είχε εκπαιδευτικό σκοπό. Ήταν ένας από τους είκοσι περίπου που κάνει η επιτροπή κάθε χρόνο για να διατήρηση σε υψηλά επίπεδα την γευστική και οσφρητική ικανότητα του κάθε μέλους της. (Η επιτροπή αυτή, μαζί με άλλες δέκα εννέα στην Ιταλία, έχασε πρόσφατα την πιστοποίηση της από την ΕΕ , όταν το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου το οποίο επλήγη με μεγάλες περικοπές του προϋπολογισμού του, αποφάσισε να μην πιστοποιεί πλέον επιτροπές ελέγχου ιδιωτικών οργανισμών.)
Η αίθουσα ελέγχων του Mastri Oleari αποτελείτε από οκτώ θαλαμίσκους, οι οποίοι απομονώνουν τα μέλη της επιτροπής για να αποτρέψουν τον επηρεασμό κρίσης του ενός μέλους από το άλλο. (Ο αρχηγός της επιτροπής, που είναι και ο συντονιστής, συχνά δεν δοκιμάζει τα λάδια.) Κάθε θαλαμίσκος έχει έναν νεροχύτη και διάφορα γυάλινα ποτηράκια σε σχήμα τουλίπας με καπάκια , για να παγιδεύουν τα αρώματα, και μια μηχανή παρασκευής γιαούρτης με θερμοστάτη που χρησιμοποιείται για να θερμαίνει τα ποτηράκια στους 28 βαθμούς Κελσίου, μιά θερμοκρασία που προβάλει τις αρωματικές ουσίες του λαδιού φέροντάς τες σε ύψιστο σημείο για δοκιμή γεύσης.

Στις 10 το πρωί τα μέλη της επιτροπής είχαν φθάσει γκρινιάζοντας γιατί έχασαν τον πρωινό καφέ και τα τσιγάρα τους τα οποία επειδή εξασθενίζουν τις αισθήσεις απαγορεύονται πριν από ένα έλεγχο. Η ομάδα περιελάμβανε, εκτός από το Ζαμαρελλα έναν εργάτη ελαιοτριβείου 33 χρονών από τη λίμνη Garda και ένα 47 χρονο μαρκήσιο από την Τασκανία που είχε το ρόλο προσωπικού προπονητή. Αφού ο βοηθός του Ζαμαρελλα είχε ρίξει τα δείγματα λαδιού στα γυάλινα ποτηράκια που έμοιαζαν με τουλίπες και τα είχε θερμάνει, οι ελεγκτές εισήλθαν στους θαλαμίσκους τους. Κρατώντας τα ποτήρια που περιείχαν το πρώτο δείγμα στις παλάμες τους για να διατηρήσουν το λάδι θερμό αφαίρεσαν τα καπάκια. Έβαλαν τις μύτες τους στο άνοιγμα του ποτηριού και εισέπνευσαν δυνατά. Μερικοί έκλειναν και τα μάτια τους. Ρούφηξαν λίγο λίγο το λάδι, και μετά πήραν μια βίαιη βαθειά εισπνοή, μια τεχνική γνωστή ως strippaggio , η οποία ντύνει τους δέκτες γεύσης με λάδι και βοηθά τα αρώματά του να ανέλθουν στα κοιλώματα της μύτης. Μετά από τα πρώτα δυνατά ροφήματα, το strippaggio έγινε μαλακότερο.... με μεγάλο στοχασμό... με κοντές σφυριχτές εισπνοές και μελαγχολική νοσταλγία, δίνοντας σημασία και στις προσωπικές οδηγείς των μαρκησίων του Ζαραμέλλα. Οι στοχαστικοί μορφασμοί ήταν βαθιοί και... υγροί, σαν να έκανες γαργάρες με άλατα Epsom .

Οι δοκιμαστές παρέμειναν στους θαλαμίσκους τους για μια ώρα, ρουφώντας , οσφρίζοντας και ξεπλένοντας συχνά και τον ουρανίσκο τους με μεταλλικό νερό. Αφού δοκίμασαν κάθε ένα δείγμα λαδιού, επέλεξαν την γεύση ,το άρωμα, τη σύσταση και άλλα χαρακτηριστικά σημειώνοντας τα σε ένα φύλλο χαρτιού. Ο αρχηγός της επιτροπής, Alfredo Mancianti , συνέλεξε τα σημειώματά τους και τα βαθμολόγησε σύμφωνα με τις κρίσεις των δοκιμαστών. Οι δοκιμαστές του Mastri Oleari συμφωνούσαν εντυπωσιακά, όχι μόνο σχετικά με τις λεπτές γεύσεις όπως -- αγκινάρι, φρεσκοκομμένο χορτάρι, πράσινη ντομάτα, ακτινίδιο -- αλλά και με το βαθμό έντασης που υπήρχε στο κάθε λάδι.

Ακόμη και τα ποιό μεγάλα εγκληματικά σαΐνια έχουν δυσκολία να ξεγελάσουν μια κατάλληλα εκπαιδευμένη δοκιμαστική επιτροπή, μου είπε ο Ζαραμελλα. "Είναι όπως μια μηχανή, όταν βλέπω ότι το λάδι είναι πικρο-καφτερό και μυρίζει όπως τις ελιές, είμαι αρκετά βέβαιος ότι όλα τα άλλα θα έρθουν από μόνα τους." Και όμως, σύμφωνα με τον Ζαραμελλα, οι Ιταλικές αρχές σπάνια κάνουν έλεγχό, και σχεδόν ποτέ πριν την πώληση του λαδιού. Όταν το λάδι παίρνει κακή βαθμολόγηση, οι παραγωγοί συχνά κάνουν ένσταση ισχυριζόμενοι ότι τα δείγματα πάρθηκαν η αποθηκεύθηκαν αντικανονικά, η εξασφαλίζουν μια ευνοϊκή βαθμολόγηση από μια άλλη ελεγκτική επιτροπή. Στην Ιταλία, οκτώ από τις εννέα εναπομείναντες επιτροπές -- απ'αυτές που είναι εξουσιοδοτημένες να αποδώσουν νόμιμα δεσμευτικές γνώμες σχετικά με την ποιότητα ελαιόλαδου -- ανήκουν σε κυβερνητικές υπηρεσίες. Η μόνη μη κυβερνητική επιτροπή που ήταν στη Φλωρεντία σταμάτησε να λειτουργεί το 2004, όταν μαζί με άλλες δυό τοπικές επιτροπές αποφάνθηκαν ότι το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο των εταιριών Carapelli , Bertolli , Rubino , και πολλών άλλων από τις κυριότερες Ιταλικές μάρκες, δεν ήταν παρά απλό παρθένο η και lampante (= για λυχνάρι). Μάλιστα μια από τις επιτροπές μηνύθηκε από την εταιρία Carapelli , η μήνυση όμως απορρίφτηκε από ένα δικαστήριο της Φλωρεντίας.

 2

Η απάτες στο ελαιόλαδο ήταν συνηθισμένο πράμα και στην αρχαιότητα. Ο Galen μιλά για αδίστακτους εμπόρους λαδιού που ανάμιξαν υψηλής ποιότητας ελαιόλαδο με φτηνό λάδι από λαρδί, ενώ ο Apicius δίνει μια συνταγή για το πώς μπορεί ( με αλεσμένα χορτάρια και βότανα ) να μετατραπεί το φτηνό Ισπανικό ελαιόλαδο σε πρώτης ποιότητας λάδι από την από την Istria ,. Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν το ελαιόλαδο για τροφή, σαπούνι, λοσιόν, καύσιμο για τους λύχνους (Λυχνάρια) και τους φούρνους. Το χρησιμοποιούσαν επίσης ως βάση για αρώματα, για θεραπείες καρδιακών παθήσεων, για στομαχόπονους, χάσιμο μαλλιών και ως αντί - ιδρωτικό . Το θεωρούσαν επίσης και ως ιερή ουσία. Τα αγάλματα λατρείας, όπως αυτό του Δία στην Ολυμπία, τα έτριβαν τακτικά με ελαιόλαδο. Οι άνθρωποι που λουζόταν ή ασκούντο στα Ελληνικά γυμναστήρια ,άλειφαν το σώμα τους, με λάδια αρωματισμένα με αρώματα από πιεσμένα λουλούδια και ρίζες. Μερικοί ακαδημαϊκοί μελετητές συνδέουν την κεντρική θέση του ελαιολάδου στον Ελληνικό αθλητισμό -όπου οι γυμναζόμενοι ήταν πάντα γυμνοί- με την αριθμητική άνοδο των χάλκινων αγαλμάτων τον έκτο αιώνα π.χ. Ένας μαυρισμένος αθλητής καλυμμένος με λάδι που λάμπει στον καλοκαιρινό ήλιο, πραγματικά θα έμοιαζε με ένα άγαλμα των Θεών. Ο Nigel Kennell , ειδικός στην αρχαία ιστορία στο Αμερικανικό Κολλέγιο Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, είπε ότι η πίστη στις ιερές και θεραπευτικές ιδιότητες του ελαιολάδου συνεχίστηκε και στον Ιουδαϊσμό τον Χριστιανισμό, και τον Ισλαμισμό. Η λέξη " Χριστός" που είναι Ελληνική σημαίνει χρισμένος / αλειμμένος με... ελαιόλαδο.

Σε μερικές περιοχές της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας οι ελιές ήταν μέχρι τον πρώτο αιώνα μ.χ. είδος συνδιαλλαγής. Η κατά κεφαλή κατανάλωση ελαιολάδου ήταν τουλάχιστον πενήντα λίτρα ετησίως. Κατά τον Kennell "Ο κόσμος ήταν διατεθειμένος να ξοδέψει για λάδι όσο ξοδεύει σήμερα για πετρέλαιο. Οι κυβερνώντες έκαναν μεγάλες προσπάθειες για να εξασφαλίσουν έναν σταθερό ανεφοδιασμό λαδιού." Η οικογένεια του αυτοκράτορα Septimius Severus (193 έως 211μ.χ), στην πόλη Leptis Magna , στην περιοχή της Τρίπολης στη βόρεια Αφρική (σημερινή Λιβύη), έγινε πλούσια από το λάδι . "Τον φαντάζομαι πάντα σαν Σεΐχη του λαδιού ," μου είπε ο Δαβίδ Mattingly , καθηγητής Ρωμαϊκής Αρχαιολογίας στο πανεπιστήμιο Leicester , ο οποίος μελετά την επί Ρωμαϊκής εποχής καλλιέργεια της ελιάς. Ο Severus εισήγαγε την πρώτη κανονική δωρεάν διανομή ελαιολάδου στη Ρώμη, αυτό που θα λέγαμε σήμερα -ψωμί λάδι και τσίρκα -για να καλοπιάσουμε τα πλήθη. Η άνοδός στην εξουσία των αυτοκρατόρων Τραϊανού και Ανδριανού, που κατάγονταν από την περιοχή Baetica της νότιας Ισπανίας (τώρα Ανδαλουσία), προκάλεσε και μια απότομη άνοδο στις εξαγωγές ελαιόλαδου από τη Baetica . Τόσο πολύ λάδι εστάλη στη Ρώμη που τα δοχεία / αμφορείς (τα λαήνια -λαγήνια) στα οποία μεταφέρθηκε, στοιβάχθηκαν στη νοτιοανατολική άκρη της πόλης και έκαναν ένα σκουπιδόλοφο ύψους 50 μέτρων , , γνωστό σήμερα ως όρος Testaccio , ή Λαηνόβουνο.

Οι αμφορείς αυτοί φέρουν πάνω τους στοιχεία που είναι καθαρά μέτρα κατά της εγκληματικότητας. Ο κάθε ένας τους έχει επιγραφή με το ακριβές βάρος λαδιού που περιείχε , το όνομα του αγροκτήματος απ΄όπου προήλθαν οι ελιές, το όνομα του εμπόρου που εξήγαγε το λάδι και το όνομα του ανώτερου υπαλλήλου που έλεγξε αυτές τις πληροφορίες πριν από την αποστολή. Οι αντίστροφοι έλεγχοι υποθέτουμε έγιναν και στο Λαηνόβουνο, όταν αδειάστηκαν οι αμφορείς, για να επιβεβαιωθεί ότι το βάρος και η ποιότητα δεν είχαν αλλάξει κατά τη διάρκεια της μεταφοράς. Σύμφωνα με τον καθηγητή Mattingly ... "Ο μεγαλύτερος φόβος ήταν ότι οι έμποροι θα αντικαθιστούσαν κατά την διάρκεια του ταξιδιού, το περιεχόμενο με ένα κατώτερο προϊόν. Η καθαρογραμμένη επιγραφή στο δοχείο είχε ως σκοπό να αποτρέψει την νοθεία" .

Με άλλα λόγια, οι αρχαίοι Ρωμαίοι προσδοκούσαν την απάτη του είδους Domenico Ribatti , και έλαβαν αποτελεσματικότερα μέτρα για να την αποτρέψουν από αυτά που λαβαίνουν οι Ιταλοί σήμερα. Τον Απρίλιο, ο υπουργός Γεωργίας Paolo De Castro , ανήγγειλε ότι η κυβέρνηση είχε κάνει έρευνα σε 787 παραγωγούς ελαιόλαδου και είχε διαπιστώσει ότι 205 απ'αυτούς ήταν ένοχοι νοθείας όπως ψεύτικες ετικέτες και άλλες παραβιάσεις. Θα περάσουν όμως χρόνια μέχρι να εκδικαστούν αυτές οι υποθέσεις και οι περισσότερες από τις υποτιθέμενες παραβιάσεις δεν πρόκειται να οδηγήσουν στην επιβολή ουσιαστικών προστίμων ή ποινές φυλακίσεως. Ο De Castro έχει επίσης προτείνει μία νομοθεσία που θα απαιτούσε από τους συσκευαστές εξαιρετικά παρθένου και παρθένου ελαιολάδου να δηλώνουν στις ετικέτες τους τη χώρα ή τις χώρες προέλευσης του λαδιού. Πολλοί όμως παρατηρητές θεωρούν ότι ο όρος " Made in Italy " (κατασκευασμένο στην Ιταλία), έρχεται σε αντίθεση με τους ισχύοντες κανονισμούς της ΕΕ και έτσι αυτή η νομοθεσία δεν θα περάσει. Αυτό το διάταγμα, είπε ο δικηγόρος Giorgio Fontana που έχει μελετήσει τη νομοθεσία ελαιόλαδου, δεν είναι τίποτα άλλο από ένα τέχνασμα ξεγελασμού, με σκοπό να μπουν από το παράθυρο όσα η ΕΕ έχει ήδη πετάξει έξω από την πόρτα," .

 3

Ο Domenico Ribatti συλλήφθηκε τον Μάρτιο, του 1993 με τις κατηγορίες για παράνομη διακίνηση, απάτη κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λειτουργιά εγκληματικού δίκτυου και άλλα εγκλήματα. Μαζί συλλήφθηκε και ο διευθυντής χημείου της εταιρίας του και άλλοι τρεις συνεργοί του. Κατά τη διάρκεια μιας μακριάς δικαστικής μάχης ο Domenico Ribatti επέμεινε ότι τον είχαν απατήσει οι προμηθευτές του...οι εικονικές δηλαδή Καραϊβικές επιχειρήσεις, που είχαν πωλήσει στη εταιρία του ( Riolio ) φουντουκέλαιο αντί για ελαιόλαδο. Η υπεράσπισή του όμως κατάρρευσε όταν ο Pascal Brugger , ο Ελβετός χρηματοδότης που διαχειριζόταν αυτές τις επιχειρήσεις, άλλαξε την θέση του στο δικαστήριο, έγινε μάρτυρας κατηγορίας και αποκάλυψε ότι ο ίδιος ο Ribatti έλεγχε αυτές τις εταιρίες( Μαΐμού). Στο τέλος ο Ribatti διαπραγματεύτηκε μια ποινή φυλάκισης 13 μηνών. Ο Ribatti , που έχει εγκαταλείψει πλέον την επιχείρηση ελαιόλαδου, αρνήθηκε ότι είχε διαπράξει οποιαδήποτε έγκλημα. " ήμουν απλώς ο αποδιοπομπαίος τράγος," είπε.

Ο Leonardo Colavita , πρόεδρος του εμπορικού οργανισμού ελαιοπαραγωγών ASSITOL και ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης ελαιόλαδου Colavita , μου είπε ότι οι κανονισμοί της ένωσης απαιτούν την αποβολή των επιχειρήσεων μελών που κατηγορούνται για παράνομη δραστηριότητα, έτσι ώστε, όπως το τοποθέτησε, "κανένας δεν μπορεί να μας επιτεθεί, κανένας να μη μπορεί να πει, έχετε εγκληματίες στην οργάνωσή σας!" Σύμφωνα με τον Colavita , όταν ο Ribatti παραιτήθηκε από την οργάνωση είπε," Άμα εγώ φύγω, όλοι σας πρέπει να φύγετε. Ο Colavita , χρησιμοποιώντας το υποκοριστικό του ονόματος Ribatti , είπε, " ο φιλαράκος μας ο Ribatti ήταν κύριος δεν... ονόμασε ονόματα. Εάν αποκάλυπτε ονόματα τότε... πολύ κόσμος θα είχε πάει φυλακή."

Κατά την διάρκεια της έρευνας στις δουλειές του Ribatti , η ομάδα καταπολέμησης της εγκληματικότητας της ΕΕ ανακάλυψε ότι τα δύο δεξαμενόπλοια που είχε χρησιμοποιήσει είχαν επίσης μεταφέρει ψεύτικο ελαιόλαδο και στο λιμάνι Monopoli , στην Πούγλια. Η πορεία του λαδιού οδήγησε και σε ένα φίλο του Ribatti ονομαζόμενο Leonardo Marseglia ,διευθυντή μιας εταιρίας ελαιόλαδου και φυτικού-λαδιού στην Monopoli . Η επιχείρηση αυτή, αποκαλούμενη τώρα Casa Olearia Italiana , κατέληξε να γίνει μία από τις μεγαλύτερες εισαγωγικές εταιρίες ελαιόλαδου στην Ευρώπη έχοντας στην κατοχή της μια από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις καθαρισμού φαγώσιμου λαδιού στον κόσμο.

Το 1994, ογδόντα πράκτορες της αστυνομίας οικονομικού εγκλήματος ( Guardia Di Finanza ) εισέβαλαν στις εγκαταστάσεις της Casa Olearia και βρήκαν έγγραφα τα οποία -με λεπτομέρεια- έδειχναν τέσσερις παράνομες μεταφορές λαδιού περιλαμβανομένων και των πλοίων Mazal ΙΙ και Κατερίνα T . Τον Ιούλιο του 1996 εκδόθηκε ένα ένταλμα σύλληψης του Marseglia και δέκα έξι άλλων συνενόχων του, με τις κατηγορίες, νοθείας, φορολογικής απάτης κατά της ΕΕ, και την λειτουργία εγκληματικού κυκλώματος. Μετά από τρεις εβδομάδες ο Marseglia , συνοδεία του δικηγόρου, παραδόθηκε στις αρχές και φυλακίστηκε. Οι εισαγγελείς τον κατηγόρησαν για την εισαγωγή Τυνησιακού ελαιολάδου που είχε μετονομαστεί σε Ευρωπαϊκό, αποφεύγοντας κατά συνέπεια το φόρο που επιβάλετε στα μη Ευρωπαϊκά προϊόντα. Επίσης κατηγορήθηκε και για παράνομη λήψη επιχορηγήσεων ελαιόλαδου της ΕΕ, όταν αργότερα, πώλησε το λάδι. Ο εισαγγελέας Domenico Seccia , που υπηρέτησε ως εισαγγελέας και στην δίκη κατά του Ribatti , πιστεύει ότι ο Marseglia δίδαξε στον Ribatti τα εγκληματικά κόλπα για τα οποία τελικά ο Ribatti καταδικάστηκε . Ο Ribatti, μου είπε ο Seccia, κληρονόμησε από τον Marseglia όλες τις μεθόδους και διαδικασίες της απάτης," . "Η περίπτωση του Marseglia είναι ίδια με αυτή του Ribatti ."

Το ανώτατο δικαστήριο της Ιταλίας σε μια απόφαση του στις 13 Ιανουαρίου 1997, παρατήρησε ότι ο δικαστής που ενέκρινε τις συλλήψεις του Marseglia και των συνεταίρων του είχε "επαρκώς και με στοιχεία αποδείξει, ότι το προϊόν που ξεφορτώθηκε στη Monopoli δεν ήταν Ευρωπαϊκό ελαιόλαδο αλλά Τυνησιακό... απαλλαγμένο από τελωνειακά τέλη εισαγωγής, το οποίο στη συνέχεια παρουσιάστηκε ώς Ιταλικό ελαιόλαδο χρησιμοποιώντας ψεύτικα δελτία συναλλαγών, με συνέπεια και τη σοβαρή απάτη κατά της ΕΕ." Το δικαστήριο επίσης σημείωσε ότι ο δικαστής είχε διατάξει τις συλλήψεις των ατόμων λόγω του ότι θεώρησε ότι υπήρχε καθαρός κίνδυνος τέτοιες παρόμοιες δραστηριότητες να επαναληφθούν, και λόγω του εγκληματικού χαρακτήρα των κατηγορουμένων." Εν τούτοις, μετά από χρόνια δικαστικής διαμάχης, οι κατήγοροι δεν μπόρεσαν να αποσπάσουν ποινές και το 2004, όταν και... έληξε η προθεσμία της δίκης, οι κατηγορίες κατά του Marseglia και των συνενόχων του ανακλήθηκαν.

 4

Τον περασμένο Δεκέμβριο, ταξίδεψα στη Monopoli για να επισκεφτώ τον Marseglia στις εγκαταστάσεις της Casa Olearia . Οδηγώντας νότια από τον αεροδρόμιο του Μπάρι, ακολούθησα την παραλιακή εθνική οδό δια μέσου αρχαίων ελαιώνων με δένδρα της τοπικής ποικιλίας ogliarola . Μερικά από τα δέντρα βρίσκονται εκεί για κάπου χίλια χρόνια. Από το 1994, ο Antonio Barile , πρόεδρος της αγροτικής ένωσης, έχει καταφέρει να επιστρατεύσει δεκάδες χιλιάδες ελαιοπαραγωγούς σε αποκλεισμό των λιμανιών του Monopoli και του Μπάρι, όπου πολλά δεξαμενόπλοία φέρνουν λάδι. Ο Barile είπε ότι μερικές από τις εισαγωγές λαδιού γίνονται με την έγκριση της Ιταλικής κυβέρνησης κατά παραβίαση του Ευρωπαϊκού νόμου, ο οποίος επιτρέπει την εισαγωγή λαδιού από μη Ευρωπαϊκές χώρες μόνο όταν η τοπική παραγωγή δεν μπορεί να καλύψει την τοπική κατανάλωση. Μπαίνει τόσο πολύ απ αυτό το φτηνό ξένο λάδι στην τοπική αγορά που, σύμφωνα με τους ανακριτές της Αστυνομίας Οικονομικού Εγκλήματος( Guardia Di Finanza ), μόνο το 1% του λαδιού που παρήγαγε η Πούγλια κατά την περίοδο συγκομιδής 2003-04, το οποίο είχε και σκοπό να πωληθεί στην Ιταλία, πωλήθηκε στην πραγματικότητα με κάποιο κέρδος για τους τοπικούς ελαιοπαραγωγούς.

Στη Monopoli , η εθνική οδός πηγαίνει γύρω από τις εγκαταστάσεις της Casa Olearia . Εκεί βλέπεις μεγάλες ανοξείδωτες δεξαμενές, κτίρια γραφείων, ψηλούς καπνοδόχους και αποθήκες έτσι..σπαρμένα... μέσα σε ένα τεράστιο ελαιώνα. Οι εγκαταστάσεις έχουν δεκαπενταπλασιαστεί από το 1981. Απ το 2005 όταν τις αγόρασε ο Marseglia , η επιχείρηση επεξεργάστηκε ένα εκατομμύριο τόνους ελαιολάδου και φυτικού έλαιου. Ο Ιταλικός τύπος έχει αποκαλέσει τον Marseglia "Βαρόνο του εξαιρετικά παρθένου ελαιόλαδου." Ο Marseglia άρχισε τη σταδιοδρομία ως οδηγός φορτηγού μεταφοράς για την επιχείρηση ελαιόλαδου της οικογένειάς του. Εν τούτοις, πέρυσι ο Marseglia εγκατέλειψε την επιχείρηση ελαιόλαδου για να επικεντρώσει την προσοχή του στην παραγωγή καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας από φυτά ( biodiesel ). Σε αυτούς τους τομείς, μου είπε, οι αρχές... "Δεν σου τα σφίγγουν και τόσο πολύ."

Ο Marseglia είναι 61 χρονών. Έχει ένα ισχυρό επιβλητικό σώμα ενός γεράζοντα πρωταθλητή με χοντρό λαιμό και μεγάλα βλέφαρα. Παρά τη συνήθεια του να σου μιλά στον πληθυντικό είναι υπερβολικά απλός. Μου σκούνταγε κάθε τόσο το χέρι για να υπογραμμίσει κάτι. Τον ρώτησα εάν ήταν ένοχος οποιουδήποτε από τα εγκλήματα με τα οποία είχε καταδικαστεί. " Μέχρι τώρα δεν έχουμε καταδικαστεί ποτέ και για τίποτα" , απάντησε. "Επομένως δεν νομίζω ότι έχουμε να προσθέσουμε τίποτα. Έχουμε περάσει από δίκες, και έχουμε αθωωθεί επειδή... μας κατηγόρησαν για πράματα που δεν έγιναν." Πρόσθεσε ότι είχε κερδίσει τη δυσαρέσκεια των ντόπιων αγροτών γιατί εισήγαγε ξένο ελαιόλαδο το οποίο- επέμεινε- είναι απαραίτητο, όχι μόνο για να ικανοποιήσει την εσωτερική ζήτηση στην Ιταλία αλλά και για να ανεβάσει την κακή ποιότητα μερικών τοπικών λαδιών (pugliese). "Πρέπει να εισαγάγεις εξακόσιες έως επτακόσιες χιλιάδες τόνους το χρόνο," είπε. "Και εφόσον εισάγουμε τόσο πολύ για να το σμίξουμε και να σώσουμε τα πολλά και δύσοσμα τοπικά παλιόλαδα, ο κόσμος το είδε βασικά ως προσβολή." ( Ο Marseglia αρνήθηκε ότι έχει ποτέ νοθεύσει το ελαιόλαδό του με άλλα φυτικά έλαια.)

Ο Marseglia υπολόγισε ότι 90% του λαδιού που πωλείται στην Ιταλία ως εξαιρετικά παρθένο δεν είναι τέτοιας ποιότητας. "Είναι οτιδήποτε άλλο από εξαιρετικά παρθένο, το λαδί που έχουμε εδώ," είπε. Δεν φάνηκε και να το θεωρεί αυτό ως πρόβλημα. " Πρώτα απ όλα , να δώσουμε στον κόσμο καλό λάδι ," είπε. " Μετά το άριστης ποιότητας-- όλο αυτό το εξαίρετο πράμα να το δώσουμε για σαράντα, πενήντα ευρώ το κιλό.... μα...ποιοι ηλίθιοι σε τούτο τον κόσμο μπορούν να το αγοράσουν ;...αυτό .... το σκεφτόμαστε αργότερα;... όχι!  Η οικογένειά του, είπε , χρησιμοποιεί κοινό λάδι: "Για μας, η έννοια του..καλού... είναι αρκετή. Θέλουμε να είμαστε απλοί άνθρωποι."

Κατά την διάρκεια ενός μεσημεριανού γεύματος στην καντίνα της Casa Olearia , ο Marseglia μου έδειξε τι εννοούσε όταν έλεγε καλό λάδι. Αυτές οι περίφημες ελεγκτικές δοκιμές όπως το strippaggio είναι "κούφιος αέρας ," είπε. "Να δοκιμάσεις ένα πιάτο ζυμαρικά είναι εύκολο να... δοκιμάσεις ένα ποτήρι κρασί είναι εύκολο να... δοκιμάσεις ένα κομμάτι φρούτου είναι εύκολο. το ίδιο είναι και να δοκιμάσεις λάδι . Πρέπει να έχει την ίδια ευχάριστη γεύση. Αν δεν έχει καλή γεύση, δεν είναι καλό. Αυτό... είναι αρκετά απλό. Λένε ότι χρειάζεται ν'αχει κανείς μεγάλη γνώση για να το καταλάβει, γιατί θέλουν να κάνουν το πράμα να φαίνεται πράμα υψηλής διάνοιας."

Άπλωσε το χέρι πάνω από το τραπέζι και έπιασε ένα μπουκάλι λάδι της εταιρίας του με ετικέτα Giusto ( = ώστε, απλώς), αυτό που βρίσκεις στα παντοπωλεία. Ξεβίδωσε το καπάκι του και μου το έδειξε. "Μυρίστε το... σας μυρίζει καλά, ή βρομά;"
Μύριζε ωραία : ξινό κάπως, έντονα πράσινο, ένα άρωμα που μου θύμιζε την Κορατίνα ( coratina ), μια φημισμένη ποικιλία ελιάς στην Πούγλια.

Ο Marseglia έφερε το μπουκάλι στα χείλια του και πήρε δυό μεγάλες γουλιές. "Έτσι το βάζεις στο στόμα σου... εντάξει ;" είπε χοντρά και... λαδοπά. "Απλό είναι... η βρομά και το φτύνείς σε κάποιου τη μούρη, ή είναι καλό." Το σημάδι ενός καλού λαδιού, συνέχισε, είναι το bella bocca ("όμορφο στόμα")...η ευχάριστη γεύση, η αίσθηση που σου μένει στο στόμα μετά απ'όταν πιεις λάδι.

Να! μου λέει ο Marseglia , και μου έδωσε το μπουκάλι. " απλά... δοκίμασέ το χωρίς να κάνεις αυτό που κάνουν εκείνοι οι άλλοι τύποι," "Υποθέσε ότι τρως μια καραμέλα.... κάτι καλό. Τότε θα δεις και τη γεύση που θ΄αφήσει στο στόμα σου." Με κοίταζε με μεγάλη προσοχή όπως κατάπινα το λάδι , ναι! είπε ικανοποιημένος... είναι πολύ απλό να δοκιμάσει κανείς ένα πράμα," .

Τον Ιανουάριο, ο Marseglia δικαστικέ για μία άλλη νοθεία ελαιόλαδου, αυτή τη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με τα έγγραφα που συντάχθηκαν από τους ανακριτές της αστυνομίας οικονομικού εγκλήματος ( Guardia Di Finanza ), μεταξύ 1998 και 2004 η εταιρία Casa Olearia απέφυγε την φορολογία της ΕΕ για περισσότερα από είκοσι δύο εκατομμύρια ευρώ (περίπου τριάντα εκατομμύριο δολάρια), με το να εισαγάγει παράνομα δεκαεπτά χιλιάδες τόνους Τουρκικού και Τυνησιακού ελαιολάδου, προφανώς και με τη συνεργασία ανώτερων Ιταλικών τελωνειακών υπαλλήλων. Η νομοθεσία της ΕΕ επιτρέπει σε μη ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να στείλουν λάδι για επεξεργασία από μια Ιταλική επιχείρηση αφορολόγητα. Οι ανακριτές όμως λένε ότι η AgriAmerica , η αμερικανική εταιρία που η Casa Olearia ισχυρίζεται ότι εισήγαγε το λάδι, δεν ήταν παρά μια εικονική επιχείρηση που δημιουργήθηκε από το Marseglia για να αποφύγει τελωνειακούς δασμούς . Οι ανακριτές υποψιάζονται ότι το λάδι που επεξεργάστηκε στα εργαστήρια της Casa Olearia αναμίχθηκε με άλλα φυτικά έλαια, αλλά... δεν μπόρεσαν να το αποδείξουν. Μερικό από το λάδι αγοράστηκε από Ιταλικές επιχειρήσεις, αλλά ο μεγαλύτερος όγκος εστάλη σε εταιρίες διανομής στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες και το πώλησαν ως Ιταλικό ελαιόλαδο.

Η αμερικανική αγορά, η οποία ανέρχεται στο 1,5 περίπου δισεκατομμύριο δολάρια, είναι η μεγαλύτερη εκτός Ευρώπης, και μεγαλώνει κατά ποσοστό 10% ετησίως. Επιπλέον η υπηρεσία τροφίμων και φαρμάκων της Αμερικής ( FDA ) θεωρεί την απάτη στο ελαιόλαδο σαν ένα σχετικά σπάνιο πρόβλημα και δεν το πολύ ελέγχει για νοθεία. Αντί αυτού, η υπηρεσία στηρίζεται να λάβει προειδοποίηση για τυχόν νοθευμένα προϊόντα, από τους ίδιους του μεγαλο- παραγωγούς και τις εμπορικές εταιρίες, όπως τη βορειοαμερικανική ένωση ελαιολάδου, μέλη της οποίας είναι και αρκετές επιχειρήσεις που ανήκουν στην ASSITOL . Με το να αφήνεις τις εταιρίες να κάνουν και τον έλεγχο, είπε ο Martin Stutsman , ειδικός υπάλληλος της FDA για τα αλλοιωμένα τρόφιμα " Δεν σπαταλάς τα χρήματά σου για κάποιους ελέγχους που πιθανώς να ικανοποιήσουν κάποιους αλλά και που στην πραγματικότητα δεν κάνουν και τίποτα για να προστατέψουν την δημόσια υγεία."

 5

Τον Φεβρουάριο του 2006 η ομοσπονδιακή ασφάλεια της Αμερικής ( Federal Marshals ) εισέβαλε σε μια αποθήκη εμπορευμάτων στην πολιτεία Νιου Ζέρσεϊ και κατάσχεσε 61 περίπου χιλιάδες λίτρα υποτιθέμενου εξαιρετικά παρθένου ελαιόλαδου και 26 χιλιάδες λίτρα ενός άλλου, χαμηλότερης ποιότητας. Μερικό από το λάδι, το οποίο ήταν κατά το πλείστον λάδι σόγιας ( soybean oil ), προοριζόταν για μια επιχείρηση με το όνομα KRINOS FOODS , η οποία είναι μέλος της βορειοαμερικανικής ένωσης ελαιολάδου. H εταιρία KRINOS απέδωσε την απάτη στην προμηθεύτρια εταιρία DMK Global Marketing ( Εταιρία Παγκόσμιου Εμπόριου), η οποία με τη σειρά της κατηγόρησε τις εταιρίες συσκευασίας στην Ιταλία από τις οποίες είχε αγοράσει το λάδι. Οι ομοσπονδιακοί υπάλληλοι ( Federa Μ arshals ) κατέστρεψαν το λάδι , αλλά καμία ποινική δίωξη δεν έγινε κατά της ΚΡΙΝΟΣ η οποιεσδήποτε άλλης εταιρίας. Ο Δαβίδ Firestone ( ειδικός χημικός της FDA σε θέματα ελαιόλαδου από τα μέσα του 60 έως το 1999) μου είπε ότι η πείρα που απόχτησε μετά από πενήντα περίπου χρόνια υπηρεσίας του λέει ότι: " Όταν δεν υπάρχει υπεύθυνος έλεγχος, η νοθεία σε προϊόντα ελαιολάδου είναι κάτι που πρέπει να το περιμένεις," .

Τον Σεπτέμβριο,ο Marseglia και πέντε συνεταίροι του θα δικαστούν κεκλεισμένων των θυρών στην Πούγλια, για το ρόλο που έπαιξαν στην υπόθεση της AgriAmerica όπου κατηγορούνται για την δημιουργία εγκληματικού δικτύου με σκοπό την παράνομη διακίνηση. Ένας ανακριτής που ξέρει καλά την υπόθεση μου είπε ότι είναι αμφίβολο να καταδικαστεί ο Marseglia . "Έχει προστασία από ψηλά, είπε, και από την δεξιά και από την αριστερά πολιτική παράταξη. (Ο Marseglia λόγω του ότι η δίκη είναι σε εξέλιξη αρνήθηκε να πει κάτι για τις κατηγορίες. Απλώς είπε ότι θα αθωωθεί για τις κατηγορίες εναντίον του όπως και στις προηγούμενες δίκες.)

Η εταιρία Casa Olearia παραμένει μέλος της ASSITOL , η οποία έχει μεγάλη επιρροή και στη Ρώμη και στις Βρυξέλλες. Η τεχνική επιτροπή Ελαίων και Λιπών της Ιταλίας η οποία βοηθά με την έκδοση κανονισμών για το ελαιόλαδο, συμπεριλαμβάνει και αρκετά στελέχη εργαστηριών που ανήκουν στην ASSITOL , ενώ ο Διευθυντής της επιτροπής Ε nrico Tiscornia είναι για χρόνια επιστημονικός σύμβουλος της ASSITOL , και έχει και μια παρόμοια θέση σε μια ανάλογη επιτροπή στις Βρυξέλλες. Επιπλέον, η ASSITOL συνεργάστηκε πρόσφατα με το Ιταλικό Υπουργείο Γεωργίας σε μια πρόταση για την δημιουργία ενός "Μεσογειακού Άξονα Ελαιολάδου," τον οποίο το 2004 ένα κυβερνητικό έγγραφο περιέγραψε ως μια ανεπίσημη οργάνωση (καρτέλ) παραγωγών ελαιόλαδου διεθνών διαστάσεων." Σύμφωνα με τον Leonardo Colavita , πρόεδρο της ASSITOL , το πρόγραμμα άρχισε από τον Giovanni Alemanno , υπουργό Γεωργίας από το 2001 ως το 2006, και θα χρηματοδοτείτο από την Ιταλική κυβέρνηση. Στόχος μας είπε, ήταν να αυξηθεί η παραγωγή ελαιόλαδου από τη Συρία, το Μαρόκο, την Τουρκία, και άλλες νότιο- μεσογειακές χώρες που δεν είναι μέλη της ΕΕ, και να διευκολυνθεί η πώληση του λαδιού στην Ιταλία, χρησιμοποιώντας μια ελεύθερη -αφορολόγητη - ζώνη αποθήκευσης σε ένα λιμάνι της νότιας Ιταλίας.

Ο Paolo De Castro , που αντικατέστησε πέρυσι τον Alemanno στο υπουργείο Γεωργίας , μου είπε ότι δεν ήξερε τίποτα για αυτό το πρόγραμμα. Αλλά όταν του το περιέγραψα είπε ότι υποστηρίζει τους στόχους του. "Πρέπει να αποφύγουμε τις διαστρεβλώσεις, δεν πρέπει να βάζουμε όρια στις επιχειρήσεις. Το σπουδαίο είναι ότι ο κόσμος δεν πρέπει το πολυφιλοσοφεί το πράμα αλλά και το λάδι από την Τυνησία δεν μετονομάζετε σε εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο από την Πούγλια". Αυτό φυσικά δεν είναι και μικρό πρόβλημα,..ε;"
Ο De Castro πρόσθεσε ότι θα αποτρεπόταν η παραπλάνηση του κοινού αν ο όρος "κατασκευασμένο στην Ιταλία ( Made in Italy ) ", απαιτούσε από τους συσκευαστές να δηλώσουν στην ετικέτα του δοχείου την περιοχή προέλευσης του λαδιού. "Το καταγράφεις, είπε και ...τέλειωσε το πρόβλημα," .

Ο Leonardo Marseglia απέκλεισε ότι ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να ήταν αποτελεσματικό. Το λάδι είπε "δεν έχει κάρτα ταυτότητας, απλώς υπάρχει. Όταν κάποιος έχει δύο δεξαμενές λαδιού, μιά Ιταλικό και μιά ξένο, δεν έχει παρά να αλλάξει τις ετικέτες και να κάνει το ξένο Ιταλικό και το Ιταλικό ξένο. Εφόσον ξέρουμε ότι η επιγραφή "κατασκευασμένο στην Ιταλία ( Made in Italy ) πουλάει καλύτερα τότε η νομοθεσία του De Castro θα οδηγούσε σε περισσότερη απάτη. Τι θα συμβεί λοιπόν; Θα σ΄εξαπατήσουν διαφορετικά, και πίσω από την μάσκα Made in Italy θα κρύβετε ξένο λάδι απλώς με την επιγραφή "κατασκευασμένο στην Ιταλία . Ο Leonardo Colavita είναι εξίσου σκεπτικός: "Εγώ λέω ότι το νόμο πρέπει να τον κάνει ένας κλέφτης , γιατί ο κλέφτης ξέρει και πώς να τον παραβιάσει."


Μετάφραση : Δημήτρης Κατσέτος, Ρότσεστερ ΝΥ ΗΠΑ

 

 

On August 10, 1991, a rusty tanker called the Mazal II docked at the industrial port of Ordu, in Turkey, and pumped twenty-two hundred tons of hazelnut oil into its hold. The ship then embarked on a meandering voyage through the Mediterranean and the North Sea. By September 21st, when the Mazal II reached Barletta, a port in Puglia, in southern Italy, its cargo had become, on the ship's official documents, Greek olive oil. It slipped through customs, possibly with the connivance of an official, was piped into tanker trucks, and was delivered to the refinery of Riolio, an Italian olive-oil producer based in Barletta. There it was sold—in some instances blended with real olive oil—to Riolio customers.

Between August and November of 1991, the Mazal II and another tanker, the Katerina T., delivered nearly ten thousand tons of Turkish hazelnut oil and Argentinean sunflower-seed oil to Riolio, all identified as Greek olive oil. Riolio's owner, Domenico Ribatti, grew rich from the bogus oil, assembling substantial real-estate holdings, including a former department store in Bari. He bribed two officials, one with cash, the other with cartons of olive oil, and made trips to Rome, where he stayed at the Grand Hotel, and met with other unscrupulous olive-oil producers from Italy and abroad. As one of Italy's leading importers of olive oil, Ribatti's company was a member of ASSITOL , the country's powerful olive-oil trade association, and Ribatti had enough clout in Rome to ask a favor—preferential treatment of an associate's nephew, who was seeking admission to a military officers' school—of a high-ranking official at the Finance Ministry, a fellow- pugliese .

However, by early 1992 Ribatti and his associates were under investigation by the Guardia di Finanza, the Finance Ministry's military-police force. One officer, wearing a miniature video camera on his tie, posed as a waiter at a lunch hosted by Ribatti at the Grand Hotel. Others, eavesdropping on telephone calls among Riolio executives, heard the rustle of bribe money being counted out. During the next two years, the Guardia di Finanza team, working closely with agents of the European Union's anti-fraud office, pieced together the details of Ribatti's crime, identifying Swiss bank accounts and Caribbean shell companies that Ribatti had used to buy the ersatz olive oil. The investigators discovered that seed and hazelnut oil had reached Riolio's refinery by tanker truck and by train, as well as by ship, and they found stocks of hazelnut oil waiting in Rotterdam for delivery to Riolio and other olive-oil companies.

The investigators also discovered where Ribatti's adulterated oil had gone: to some of the largest producers of Italian olive oil, among them Nestle, Unilever, Bertolli, and Oleifici Fasanesi, who sold it to consumers as olive oil, and collected about twelve million dollars in E.U. subsidies intended to support the olive-oil industry. (These companies claimed that they had been swindled by Ribatti, and prosecutors were unable to prove complicity on their part.)

In 1997 and 1998, olive oil was the most adulterated agricultural product in the European Union, prompting the E.U.'s anti-fraud office to establish an olive-oil task force. (“Profits were comparable to cocaine trafficking, with none of the risks,” one investigator told me.) The E.U. also began phasing out subsidies for olive-oil producers and bottlers, in an effort to reduce crime, and after a few years it disbanded the task force. Yet fraud remains a major international problem: olive oil is far more valuable than most other vegetable oils, but it is costly and time-consuming to produce—and surprisingly easy to doctor. Adulteration is especially common in Italy, the world's leading importer, consumer, and exporter of olive oil. (For the past ten years, Spain has produced more oil than Italy, but much of it is shipped to Italy for packaging and is sold, legally, as Italian oil.) “The vast majority of frauds uncovered in the food-and-beverage sector involve this product,” Colonel Leopoldo Maria De Filippi, the commander for the northern half of Italy of the N.A.S. Carabinieri, an anti-adulteration group run under the auspices of the Ministry of Health, told me.

In Puglia, which produces about forty per cent of Italy's olives, growers have been in a near-constant state of crisis for more than a decade. “Thousands of olive-oil producers are victims of this ‘drugged' market,” Antonio Barile, the president of the Puglia chapter of a major farmers' union, told me, referring to illegal importations of seed oils and cheap olive oil from outside the E.U., which undercut local farmers. Instead of supporting small growers who make distinctive, premium oils, the Italian government has consistently encouraged quan-tity over quality, to the benefit of large companies that sell bulk oil. It has not implemented a national plan for oil production, has employed a byzantine system for distributing agricultural subsidies, and has often failed to enforce Italian laws and E.U. regulations intended to prevent fraud. The government has been so lax in pursuing some oil crimes that it can seem complicit. In 2000, the European Court of Auditors reported that Italy was responsible for eighty-seven per cent of misappropriated E.U. subsidies to olive-oil bottlers in the preceding fifteen years, and that the government had recovered only a fraction of the money.

Paolo De Castro, who was appointed Italy's agriculture minister in 2006, told me that olive-oil fraud has been a problem in the past but that he was taking action to curb it. “In the past few years, we have tightened things up a lot, through our Inspectorate for Quality Control, and through our carabinieri corps,” he said. One problem is that Italian officials charged with detecting adulterated oil can, in theory, be held liable for their actions. “Who's going to take this responsibility?” asked Lanfranco Conte, a professor of food chemistry at the University of Udine, who in the early nineties was the head of a laboratory belonging to the Agriculture Ministry's anti-fraud unit. “If you decide to block three thousand tons of oil and it turns out you were wrong, you pay out of your own pocket.” Colonel De Filippi acknowledged that some companies are essentially immune to investigation. “Unfortunately, there are big producers who have strong political ties,” he said.

The olive is a drupe, or stone fruit, like a plum or a cherry. Most vegetable oils are extracted in a refinery from seeds or nuts, using solvents, heat, and intense pressure; the best olive oils are made using a simple hydraulic press or centrifuge—they are more like fresh-squeezed fruit juices than like industrial fats. The olives are harvested at the moment of the invaiatura , when they begin to turn from green to black; ideally they are picked by hand and milled within hours, to minimize oxidation and enzymatic reactions, which leave unpleasant tastes and odors in the oil. There are approximately seven hundred olive varieties, or cultivars, whose distinctive tastes and aromas are evident in oils that are made properly, just as different grape varietals are expressed in fine wines.

In the past decade, olive-oil consumption has risen thirty-five per cent in southern Europe, its traditional market, and more than a hundred per cent in North America. Much of the growth is due to the increasing prestige of the highest-quality olive oil, extra-virgin. (The European Union also recognizes several inferior grades, including virgin and lampante , or “lamp oil,” which is made from olives that have spoiled and fallen from trees, and cannot legally be sold as food.) In Italy, where most olive oil is labelled “extra-virgin,” competitions, public tastings, and “oil bars” have proliferated.

According to E.U. law, extra-virgin oil must be made exclusively by physical means (by a press or a centrifuge) and meet thirty-two chemical requirements, including having “free acidity” of no more than 0.8 per cent. (In olive oil, free acidity is an indicator of decomposition.) Virgin oil, the next grade lower, must have free acidity of no more than two per cent. Oil that has a greater percentage of free acidity is classified as lampante .

Most olive-oil frauds are easy to detect using chemical tests. In February, 2005, the N.A.S. Carabinieri broke up a criminal ring operating in several regions of Italy, and confiscated a hundred thousand litres of fake olive oil, with a street value of six million euros (about eight million dollars). The ring, which allegedly sold its products in northern Italy and in Germany, is accused of coloring low-grade soy oil and canola oil with industrial chlorophyll, flavoring it with beta-carotene, and packaging it as extra-virgin olive oil in tins and bottles emblazoned with pictures of Italian flags or Mt. Vesuvius, and with folksy names of imaginary producers—the Farmhouse, the Ancient Millstones.

More sophisticated scams, like Domenico Ribatti's, typically take place at high-tech refineries, where the oil is doctored with substances like hazelnut oil and deodorized lampante olive oil, which are extremely difficult to detect by chemical analysis. In 1991, the E.U., recognizing that laboratory tests fail to expose many acts of adulteration, instituted strict taste and aroma requirements for each grade of olive oil and established tasting panels, certified by the International Olive Oil Council, an office created by the United Nations, to enforce them. According to the E.U. regulations, extra-virgin oil must have appreciable levels of pepperiness, bitterness, and fruitiness, and must be free of sixteen official taste flaws, which include “musty,” “fusty,” “cucumber,” and “grubby.” “If there's one defect, it's not extra-virgin olive oil— basta , end of story,” Flavio Zaramella, the president of the Corporazione Mastri Oleari, in Milan, one of the most respected private olive-oil associations, told me.

  1

Zaramella, a garrulous sixty-six-year-old former businessman, has made oil from olives grown on his small farm in Umbria since 1985. He began to study olive oil systematically when he found that the local farmer who tended his trees had been cutting his oil with sun-flower-seed oil. “Fraud is so widespread that few growers can make an honest living,” he told me. Four recent operations for abdominal cancer have left him gaunt, but Zaramella still has plump, mobile hands and speaks in a mellow baritone. On a wall in his office is a map of Somalia, where, in 1987, as the head of a humanitarian-aid project, he supervised the construction of a high-tech hospital in Baraawe, a city on the Indian Ocean. “I got everyone working together: Communists, Catholic priests, Muslims, professors, illiterates, anyone with the will to get things done,” he recalled. Two months after the hospital was completed, it was destroyed in the civil war. “Generosity is the purest form of egotism,” he said.

Zaramella became the president of Mastri Oleari in 2000, and is devoting his remaining years to redeeming extra-virgin olive oil from fraud. He calls his fight for olive-oil quality a “civic responsibility,” both to consumers and to the many small producers who struggle to make a living in a market awash in cheap, counterfeit oil.

One morning last October, the Mastri Oleari's olive-oil tasting panel—six men and three women—conducted a test of five premium oils, all known to be extra-virgin. The test was a training exercise, one of about twenty that the panelists perform each year to keep their tasting skills sharp. (The panel, along with nineteen others in Italy, recently lost its E.U. accreditation, after the International Olive Oil Council suffered budget cuts and decided that it would no longer certify panels run by private institutions.) The Mastri Oleari's tasting room consisted of eight cubicles, which isolate panel members to prevent them from influencing one another's judgments. (The panel leader, who coordinates the team, often does not taste the oils.) Each cubicle contained a sink, several tulip-shaped tasting glasses with lids to trap aromas, and a yogurt-maker with a thermostat, used to warm the glasses to twenty-eight degrees Celsius, the temperature at which the aromatic substances in the oil are volatilized, making it optimum for tasting.

By 10 A.M. , the panel members had arrived, grumbling about having been deprived of their morning coffee and cigarettes, which are forbidden before a tasting, because they dull the senses. The group included, in addition to Zaramella, a thirty-three-year-old olive miller from Lake Garda and a forty-seven-year-old Tuscan marquess who worked as a personal motivation coach. After Zaramella's assistant had poured the oil samples into the tulip glasses and warmed them, the panelists entered their cubicles. Cradling the glasses containing the first sample in their palms to keep the oil warm, they removed the lids, inserted their noses, and snuffled loudly, some closing their eyes. They sipped the oil, and began sucking in air violently, a technique known as strippaggio , which coats the taste buds with oil and helps its aromas ascend to the nasal passages. After the first volcanic slurps, the strippaggi grew softer and more meditative, and took on personal notes, the marquess's wheezy and almost wistful, Zaramella's deep and wet, as if he were gargling Epsom salts.

The tasters remained in their cubicles for the next hour, snuffling and slurping, and periodically cleansing their palates with mineral water. After sampling each oil, they rated its tastes, aromas, texture, and other characteristics on a scoring sheet. The panel's leader, Alfredo Mancianti, collated the sheets, and assigned a score to each oil based on the tasters' judgments. The Mastri Oleari panelists were remarkably consistent, agreeing not only on the subtle flavors—artichoke, fresh-cut grass, green tomato, kiwi—suggested by the oils but also on their intensity.

Even the most creative criminals have difficulty outwitting a properly trained tasting panel. “It's like a machine,” Zaramella told me. “When I see that the oil is peppery, bitter, and smells of olives, rest assured that everything else is automatic.” And yet, according to Zaramella, Italian authorities rarely perform panel tests, and almost never on oil before it is sold. When oil fails a taste test, producers often successfully appeal the verdict by arguing that the samples were incorrectly collected or stored, or they secure a favorable judgment from a more permissive panel. In Italy, eight of the nine remaining panels of record—those empowered to pronounce legally binding opinions on olive-oil quality—belong to national govern-ment agencies. The only panel of record that does not belong to a national body, in Florence, curtailed its taste-testing activities in 2004, after it and two other local panels determined that extra-virgin oils made by Carapelli, Bertolli, Rubino, and other leading Italian brands were in fact virgin or lampante, and one of the panels was sued by Carapelli. (A Florence court threw out the case.)

 2

Olive-oil fraud was already common in antiquity. Galen tells of unscrupulous oil merchants who mixed high-quality olive oil with cheaper substances like lard, and Apicius provides a recipe for turning cheap Spanish oil into prized oil from Istria using minced herbs and roots. The Greeks and the Romans used olive oil as food, soap, lotion, fuel for lamps and furnaces, a base for perfumes, and a cure for heart ailments, stomach aches, hair loss, and excessive perspiration. They also considered it a sacred substance; cult statues, like the effigy of Zeus at Olympia, were rubbed regularly with oil. People who bathed or exercised in Greek gymnasiums anointed their bodies as well, using oils that were scented with pressed flowers and roots. Some scholars link the central place of olive oil in Greek sports, which were performed in the nude, with the rise of bronze statuary in the sixth century B.C. “A tanned athlete, shining in the summer sun, covered with oil, would really resemble a statue of the gods,” Nigel Kennell, a specialist in ancient history at the American School of Classical Studies at Athens, said. Belief in the sacred, health-giving properties of olive oil continued in Judaism, Christianity, and Islam. “Christ” is from the Greek christos , meaning “the anointed one”—anointed with olive oil.

By the first century A.D., olives were a cash crop in the Roman Empire; in some regions, per-capita consumption of olive oil was as much as fifty litres a year. “People were prepared to spend the same amount of money on olive oil back then as they do on petroleum today,” Kennell said. “And governments went to great lengths to insure a steady supply of it.” The family of Septimius Severus, who was emperor from 193 to 211, grew rich on oil in Leptis Magna, a city in the Tripolitania region of North Africa (now Libya). “I've always thought of him as somewhat parallel to an oil sheikh,” David Mattingly, a professor of Roman archeology at the University of Leicester who studies Roman olive cultivation, told me. Severus introduced the first regular free distribution of olive oil in Rome—what might be called the bread-and-circuses-and-olive-oil approach to wooing the masses. The emperors Trajan and Hadrian were from the Baetica region of southern Spain (now Andalusia), and their accession triggered a boom in Baetica olive-oil exports. So much Baetica oil was sent to Rome that the amphorae in which it was transported, disposed of at a dump at the southeastern edge of the city, grew to a hill fifty metres high, known today as Monte Testaccio, or Mt. Potsherd.

The amphorae show evidence of extensive anti-fraud measures: each was painted with the exact weight of oil it contained, along with the name of the farm where the olives were pressed, the merchant who shipped the oil, and the official who verified this information before shipment. Reverse checks were presumably performed at Monte Testaccio when the amphorae were emptied, to confirm that the weight and quality had not changed during shipment. “The biggest danger was that merchants would substitute an inferior product en route, and the explicit labelling of goods was clearly designed to counter this,” Mattingly said.

In other words, the ancient Romans anticipated fraud of the kind perpetrated by Domenico Ribatti, and took more effective steps to prevent it than Italians do today. In April, Paolo De Castro, the agriculture minister, announced that the government had investigated seven hundred and eighty-seven olive-oil producers and found that two hundred and five were guilty of adulteration, false labelling, and other infractions. Yet it will be years before the cases are adjudicated, and most of the alleged violations are unlikely to result in substantial fines or jail sentences. De Castro has also proposed legislation that would require bottlers of extra-virgin and virgin oil to declare on their labels the oil's country or countries of origin. But many observers believe that the legislation, known as the “Made in Italy” decree, contradicts existing E.U. regulations and will be struck down. “This decree is nothing but a cunning trick intended to pass back through the window what the E.U. has already tossed out the door,” Giorgio Fontana, a lawyer who has studied olive-oil legislation, says.

 3

In March, 1993, Domenico Ribatti was arrested, along with his chief chemist and three other accomplices, and charged with contraband, fraud against the European Union, operating a criminal network, and other crimes. During an extended legal battle, he insisted that he had been defrauded by his suppliers—Caribbean shell companies that had sold Riolio hazelnut oil instead of olive oil. But when Pascal Brugger, a Swiss financier who managed these companies, turned state's evidence, and revealed that Ribatti himself controlled them, his defense collapsed. In the end, Ribatti plea-bargained a thirteen-month prison term. (Ribatti, who has since left the olive-oil business, denied that he had committed any crimes. “I was just the scapegoat,” he told me.)

Leonardo Colavita, the president of ASSITOL , the olive-oil trade association, and the owner of Colavita, the olive-oil company, told me that the group's policy is to expel member companies that are accused of illegal activity, so that, as he put it, “no one can attack us, no one can say, ‘You have criminals in your organization!' ” According to Colavita, when Ribatti resigned from the organization he said, “If I leave, everybody's got to leave.” Using the diminutive of Ribatti's name, Colavita said, “Mim-mo Ribatti was a gentleman, because he didn't name names. If he had named names, a lot of folks would have gone to jail.”

While investigating Ribatti, the E.U. anti-fraud team discovered that the two tankers he had used had also transported contraband olive oil to the port of Monopoli, in Puglia. The team traced the oil to an acquaintance of Ribatti's named Leonardo Marseglia, the managing director of an olive-oil and vegetable-oil company in Monopoli. The company, now called Casa Olearia Italiana, became one of the leading olive-oil importers in Europe and owns one of the largest edible-oil refineries in the world.

In 1994, eighty agents from the Guardia di Finanza raided Casa Olearia and seized documents detailing four illegal shipments of oil involving the Mazal II and the Katerina T. In July, 1996, an arrest warrant was issued for Marseglia and sixteen business associates, on charges that included contraband, E.U. tax fraud, and operating a criminal network. Three weeks later, Marseglia, accompanied by his lawyer, surrendered to the authorities and was jailed. Prosecutors accused him of importing Tunisian olive oil falsely identified as a product of Europe, thus evading the duty imposed on non-European goods, and of illegally receiving E.U. olive-oil subsidies when, later, he sold the oil. Domenico Seccia, the prosecutor in the case, who also prosecuted Ribatti, believes that Marseglia taught Ribatti the criminal techniques for which Ribatti was eventually convicted. “Ribatti inherited from Marseglia all the methods and procedures of the fraud,” Seccia told me. “The Marseglia case is identical to Ribatti's.”

In a ruling on January 13, 1997, Italy's Supreme Court noted that the magistrate who authorized the arrests of Marseglia and his associates had “amply demonstrated, with documentary evidence, that the product unloaded in Monopoli was extra-EC olive oil from Tunisia, free from import tariffs, which was subsequently made to appear to be Italian olive oil using false sales transactions, resulting in serious EC fraud.” The court also noted that the magistrate had ordered the men's arrests because of what he considered “the concrete risk that similar activities would be repeated,” and because of the “criminal character of the defendants.” Nonetheless, after years of judicial wrangling, the prosecutors were unable to win convictions, and the charges against Marseglia and his associates were dismissed in 2004, when the statute of limitations in their cases expired.

 4

Last December, I travelled to Monopoli to visit Marseglia at Casa Olearia. Driving south from the airport in Bari, I followed the coastal highway through ancient olive groves, where the trees are of the local ogliarola cultivar, some of them nearly a thousand years old. Since 1994, Antonio Barile, the farmers'-union president, has led tens of thousands of olive farmers in blockades of the ports of Monopoli and Bari, where many tankers carrying oil arrive. Barile said that some oil shipments entering Italy with government approval are in violation of European law, which allows oil to be imported from countries outside the E.U. when local supplies cannot meet demand. So much of this cheaper foreign oil enters the local market that, for example, according to investigators at the Guardia di Finanza, only one per cent of the oil made in Puglia during the 2003-04 harvest and intended for sale in Italy actually sold at a profit for local producers.

At Monopoli, the highway skirts the Casa Olearia plant: stainless-steel silos, office buildings, smokestacks, and warehouses set, incongruously, in a grove of huge olive trees. Since Marseglia bought the complex, in 1981, it has grown fif-teenfold; in 2005, the company processed about a million tons of olive oil and vegetable oils. The Italian press has called Marseglia, who began his career driving a delivery truck for his family's olive-oil company, the “baron of extra-virgin.” Nonetheless, last year Marseglia left the olive-oil business to concentrate on making biodiesel fuels and electricity. In these fields, he told me, the authorities “break your balls less.”

Marseglia is sixty-one, and has the powerful frame, thick neck, and heavy-lidded eyes of an aging prizefighter. Despite a habit of referring to himself in the first-person plural, he is disarmingly informal; he prodded my arm companionably from time to time to emphasize a point. I asked him whether he was guilty of any of the crimes with which he had been charged. “We have never been convicted of anything up to this point,” he replied. “Therefore we don't think there's anything to add. We have suffered trials, and we have been acquitted because the events did not take place.” He added that he had earned the resentment of local farmers by importing foreign olive oil, which is necessary, he insisted, not only to satisfy Italy's internal demand but also to bolster the shoddy quality of some of the local pugliese oil. “You have to import six hundred thousand to seven hundred thousand tons a year,” he said. “And since we imported a lot, to make blends to save many bad, smelly local oils, people basically saw it as an affront.” (Marseglia denied that he has ever adulterated his olive oil with other vegetable oils.)

Marseglia estimated that ninety per cent of oil sold in Italy as extra-virgin isn't of premium grade. “It's anything but extra-virgin, the oil we have here,” he said. He did not seem to think that this was a problem. “First of all, let's give people good oil,” he said. “Then the excellent—all the extraordinary stuff at forty or fifty euros a kilo, which a few idiots in the world can afford—we'll think about that later, no?” He told me that his family uses ordinary oil: “For us, the concept of ‘good' is enough. We want to be average folks.”

Over lunch in the Casa Olearia canteen, Marseglia showed me what he meant by good oil. Techniques like strippaggio are “all hot air,” he said. “Tasting a plate of pasta is easy. Tasting a glass of wine is easy. Tasting a piece of fruit is easy. Tasting oil is the same. It has to have the same pleasurable tastes. If it has an unpleasant one, it's not good—that's pretty simple. They say you need a lot of knowledge to understand it, because they want to make the subject seem more intellectual.”

He reached across the table for a bottle of Giusto, his company's supermarket label, unscrewed the cap, and pointed it at me. “Smell this. Does it smell good, or stink?”

It smelled good: a tart, intensely green fragrance that I'd come to associate with coratina , a popular olive cultivar in Puglia.

Marseglia brought the bottle to his lips and tipped in two big glugs. “So you put it in your mouth, right?” he said thickly, through the oil. “Either it's disgusting, and you spit it in somebody's face, or it's good.” The sign of a good oil, he went on, is the bocca bella (“pretty mouth”), the pleasant taste and sensation that remains in the mouth after you've swallowed the oil.

Marseglia passed me the bottle. “Now you taste it, without doing what those other guys do,” he said. “Pretend you're eating a candy, something good. Then we'll see how it leaves your mouth.” He watched my face intently as I swallowed the oil, then nodded, satisfied. “Tasting things is simple,” he said.

In January, Marseglia was arraigned on charges relating to another olive-oil crime, this one involving the United States. According to documents compiled by investigators of the Guardia di Finanza, between 1998 and 2004 Casa Olearia evaded more than twenty-two million euros (about thirty million dollars) in E.U. duties by illegally importing seventeen thousand tons of Turkish and Tunisian olive oil, apparently with the cooperation of Italian customs officials. E.U. law allows non-European companies to ship oil duty-free to Italy for processing by an Italian company; however, investigators say that AgriAmerica, the American firm that Casa Olearia claims imported the oil, was a shell company created by Marseglia in order to evade customs duties. The oil was processed in the Casa Olearia laboratories, where investigators suspect that it was mixed with other vegetable oils, though they have been unable to prove this. Some of the oil was bought by Italian companies, but the bulk was shipped to distributors in the United States, who sold it as Italian olive oil.

The American market, which is worth about one and a half billion dollars, is the largest outside Europe, and is growing at a rate of ten per cent a year. Yet the Food and Drug Administration considers olive-oil fraud a relatively rare problem and does not routinely test oils for adulteration. Instead, the agency relies on major producers and trade groups, like the North American Olive Oil Association—whose members include several companies that also belong to ASSITOL —to alert it to suspicious products. With the industry acting as a watchdog, Martin Stutsman, a specialist in adulterated food at the F.D.A., told me, “you don't waste your resources on surveys that are likely to make somebody comfortable but that don't do much toward protecting the public health.”

 5

In February, 2006, federal marshals seized about sixty-one thousand litres of what was supposedly extra-virgin olive oil and twenty-six thousand litres of a lower-grade olive oil from a New Jersey warehouse. Some of the oil, which consisted almost entirely of soybean oil, was destined for a company called Krinos Foods, a member of the North American Olive Oil Association. Krinos blamed the fraud on its supplier, DMK Global Marketing, which in turn blamed the Italian bottlers from whom it had bought the oil. The marshals destroyed the oil, but no criminal charges were brought against Krinos or any other companies. “My experience over a period of some fifty years suggests that we can always expect adulteration and mislabelling of olive-oil products in the absence of surveillance by official sources,” David Firestone, an F.D.A. chemist who was the agency's olive-oil specialist from the mid-sixties to 1999, told me.

In September, Marseglia and five associates will be tried at a closed hearing in Puglia for their role in the AgriAmerica case. They have been charged with forming a criminal network for the purpose of committing contraband, but an investigator familiar with the case says that Marseglia is unlikely to be convicted. “He has protection at the highest levels, from right to left across the political spectrum,” the investigator told me. (Marseglia, citing the ongoing nature of the case, declined to comment on the charges against him but said that he expected to be found innocent, as he had been in previous investigations.)

Casa Olearia remains a member of ASSITOL , which has considerable influence in both Rome and Brussels. The Italian government's Technical Commission of Oils and Fats, a group that helps draft olive-oil regulations, includes several heads of laboratories belonging to ASSITOL members; its chair is Enrico Tiscornia, a longtime scientific consultant to ASSITOL , who also serves on an analogous board in Brussels. Moreover, ASSITOL recently collaborated with the Italian Ministry of Agriculture on a proposal to create a “Mediterranean Axis of Olive Oil,” which a 2004 government document described as “an informal cartel of international dimensions among olive-oil producers.” According to Colavita, ASSITOL 's president, the project was initiated by Gio-vanni Alemanno, the agriculture minister from 2001 to 2006, and would be financed by the Italian government. The goal, he said, was to expand olive-oil production in Syria, Morocco, Turkey, and other southern Mediterranean countries outside the E.U., and to facilitate the sale of the oil in Italy, using a duty-free storage facility in a southern Italian port.

Paolo De Castro, who replaced Alemanno as agriculture minister last year, told me that he was unfamiliar with the project. But when I described it to him he said that he supported its aims. “We have to avoid distortions, not place limits on business,” he told me. “The important thing is that people don't act like wise guys, and that this Tunisian oil doesn't become extra-virgin olive oil from Puglia. Now, this is quite a little problem, eh?” De Castro added that his “Made in Italy” decree, which would require distributors to declare the provenance of their oil on labels, would prevent them from misleading the public. “You write it, and there's no problem,” he said.

Leonardo Marseglia dismissed the notion that such a measure could be effective. “Oil doesn't have an identity card; it just goes,” he said. “When someone has two silos of oil, one Italian and the other foreign, you just have to switch them: the other one becomes Italian oil, this one becomes foreign.” Noting that oils labelled “Made in Italy” sell for more than other oils, Marseglia said that De Castro's legislation would only inspire more fraud. “So what's going to happen? They'll do another swindle, and behind the mask of ‘Made in Italy' there's foreign oil labelled ‘Made in Italy.' ” Leonardo Colavita is equally skeptical: “I say that a criminal ought to make the law, because the criminal knows how to outwit the law.” ¦



Krokeai Society, USA & Canada  - Σύλλογος Κροκεατών Αμερικής Καναδά